Πείνα για βιολί
από Σωτήρης Νιάρχος

Κατηγοριες

  • Κείμενα

“Πες τίποτα.” Η ηλίθια υποβόσκουσα ένταση, μαζί με την οδήγηση μέσα στη μαύρη νύχτα, είχαν αρχίσει να με κουράζουν.

“Τι να πω;” Γέλασε αμήχανα. “Ευχαριστώ και πάλι, πάντως. Πραγματικά δεν έχω ιδέα πώς προέκυψε αυτό.” Γέλασε πάλι, λίγο πιο δυνατά και λίγο πιο αμήχανα. Δεν έβλεπα προκοπή.

“Δε βάζεις τίποτα;”

“Αμέ. Τι θες;”

Υπό κανονικές συνθήκες, δε μπορείς να μου κάνεις χειρότερη ερώτηση. Αλλά οι παρούσες κάθε άλλο παρά κανονικές συνθήκες ήταν. Ίσα ίσα, η δεδομένη ερώτηση στη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν ένας πανίσχυρος καταλύτης για τη συνέχεια.

“Ακούς ακόμα ελληνικά γενικά;”

“Τι ερώτηση είναι αυτή, μωρέ,” δε σταματούσε να χαζογελάει με κάθε απάντηση σε κάθε μου ερώτηση. “Εσύ όχι, δηλαδή;” με ειρωνεύτηκε. Δεν απάντησα.

“Πάρε να βάλεις απ’ το δικό μου, δε θα σου κάνει τη χάρη το μπλουτούθ με το δικό σου.” Της έδωσα το κινητό μου, ξεκλείδωτο. “Βάλε από σπότιφάι.”

“Θα σου χαλάσω τις προτιμήσεις όμως.”

“Κλάιν.”

Έχω μία πολύ κακή συνήθεια - ή, τουλάχιστον, ως κακή την χαρακτηρίζουν όλοι οι υπόλοιποι, εκτός απ’ τους γονείς μου. Κάθε φορά που παίζει μουσική, άμα ξέρω το τραγούδι, δεν υπάρχει περίπτωση να μην το τραγουδήσω. Όλους τους ενοχλεί. Προφανώς, δεν θυμόμουν αν την ενοχλούσε κι εκείνη. Για να δούμε.

“Ωραίο. Πού το θυμήθηκες;”

Δεν μου απάντησε. Ο χρόνος άρχισε να κυλάει λίγο πιο απαλά.

“Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλο… Ααα, ναι. Σωστά.” Χαζογέλασε πάλι.

“Ρε συ, πώς γίνεται απ’ όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου, απ’ όλα τα ερευνητικά κέντρα, να βρήκες θέση στο δικό μου; Πραγματικά δε μπορώ να το χωνέψω. Απίστευτο!”

Έλα ντε. Απίστευτο.

“Αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι… Κοίτα, δεν είναι τόσο φοβερό άμα το σκεφτείς. Δεν ήθελα να συνεχίσω έξω, ήθελα να γυρίσω Ελλάδα, το δικό σου είναι απ’ τα λίγα που ασχολείται με αυτά, ε…”

“Και πάλι, είναι εντυπωσιακό που κοντά 15 χρόνια μετά κάνουμε κι οι δύο διδακτορικό πάνω στο ίδιο πράγμα. Σχεδόν, τέλος πάντων, αλλά κατάλαβες.”

Πράγματι. Εντυπωσιακό.

“Σχεδόν το ίδιο πράγμα ή σχεδόν 15 χρόνια;” Δεν απάντησε.

“Σαλόνικα πόσο θα κάτσεις;”

“Δυο-τρεις μέρες, θα ανέβει από Αθήνα η…” στιγμιαία και ανεξήγητα έχασα τον έλεγχο, αλλά με μία πολύ απότομη μανούβρα μας επανέφερα στη λωρίδα μας. Γύρισα να την κοιτάξω. Είχε ασπρίσει σαν πανί.

“Έλα ρε, μην αγχώνεσαι”, της ακούμπησα τον ώμο. Το μετάνιωσα την επόμενη στιγμή. “Θα ήθελα να τσιμπήσω κάτι. Πεινάω λίγο. Πλάκα πλάκα, νιώθω ότι πεινάω συνέχεια τελευταία.”

Έπρεπε κάπως να την επαναφέρω.

“Ρε μη σκαλώνεις, το ‘χω. Με ζορίζει λίγο που ‘ναι νύχτα και πείνασα κάπως, αλλά όντως, άραξε.” Τίποτα.

“Εσύ πώς και πετάς από Θεσσαλονίκη;”

“Ήταν πιο φτηνά.”

“Μια ζωή γύφτος, σε θυμάμαι!” Ήλπιζα ότι το πείραγμα θα βοηθούσε κάπως. Βοήθησε. “Πόσο πιο φτηνά, μωρέ; Από Αλεξανδρούπολη έκανε 35 ξέρω γω κι από Θεσσαλονίκη 30;”

“Κάτι τέτοιο,” άρχισε πάλι να γελάει σαν χαζή.

“Κωλοφαρδία που γύρναγα κι εγώ λοιπόν απόψε.”

Πράγματι. Κωλοφαρδία.

Τα φώτα από τα αμάξια στο αντίθετο ρεύμα σάρωναν τα μάτια μου σαν εξέταση οφθαλμίατρου. Το πήγαινε για βροχή. Είχαμε φτάσει λίγο έξω απ’ τη Καβάλα.

“Βάλε τίποτα άλλο τώρα”.

“Τι θες;” Δεν απάντησα. Το ήξερα ότι δε χρειαζόταν βοήθεια.

“Καλά, θα βάλω εγώ.” Κι είχα δίκιο.

“Σιγά μη κλάψω τις αξίες της Δύσης, σιγά μη…”

“Για πες, πώς σου φαίνεται στο ερευνητικό; Εμένα πάει αρκετά καλά, γράφουμε τώρα κι ένα πέιπερ για το…” Σέβομαι να θέλει κανείς να σπάσει τον πάγο λέγοντας μαλακίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δε θα μπορούσε να βρει καλύτερη μαλακία να πει, μαλακία που να ταίριαζε περισσότερο. Ξεκινάμε.

“…φοβηθώ… Ακαδημαϊκός λοιπόν;”

“Τι… τι εννοείς;”

“Για ακαδημαϊκός το πας ρε παιδί μου;”

“Α, δε ξέρω… Για την ώρα με το διδακτορικό καλά περνάω πάντως.”

“Όντως, ε;”

“Ναι μωρέ, πλάκα έχει. Εντάξει, είναι πολύ δουλειά, αλλά νιώθω ότι κάνω κάτι, δε ξέρω πώς να στο πω.”

Μόλις τελείωσε το κομμάτι μπήκε μόνο του το επόμενο.

“Γιώργο, η νύχτα είναι ατέλειωτη απόψε… Φοβάμαι το μυαλό μου δε θ’ αντέξει…”

“Γιατί ρωτάς; Εσύ τι σκέφτεσαι;”

Ήταν τόσο διαδικαστικό. Οι ερωτήσεις, η ατμόσφαιρα, το ταξίδι, όλα. Και πώς να μην ήταν, βέβαια; Ο οφθαλμίατρος από απέναντι μου είχε σπάσει τ’ αρχίδια. Ο οισοφάγος μου και το στομάχι μου βαμμένα με αίμα. Την είχα δίπλα μου. Την είχα δίπλα μου να μου λέει ότι θέλει να γίνει επιστήμονας ή κάτι. Και πεινούσα ακόμα. Και τότε με ρώτησε “τι σκέφτεσαι;”. Συγγνώμη αλλά, όπως και να το δεις, πώς μπορεί να πει κανείς ότι έφταιγα εγώ;

“Παίζεις ακόμα βιολί;”

Στιγμιαία, πάγωσε. Έβαλε γρήγορα τα γέλια.

“Όχι καλέ, πώς σου ‘ρθε;” συνέχισε να γελάει, μέχρι που δε γελούσε πια.

“Εσύ;”

“Εγώ τι;”

“Δεν έπαιζες, τραγουδούσες, τι έκανες;”

“Ναι, ακόμα. Γιατί η ζωή που ζούμε δε χορταίνει με οξυγόνο…” Κατάλληλη ερώτηση, κατάλληλη μουσική υπόκρουση. Ένιωθα έτοιμος. Ήρθε η ώρα. Τι νόημα είχε να το καθυστερήσω κι άλλο; Λες κι είχα σκοπό να φτάσω Θεσσαλονίκη.

“Γνώρισα διάφορο κόσμο τους τελευταίους μήνες.”

“Τι εννοείς;” Απολύτως ευδιάκριτη η απορία στη φωνή της.

“Ακούς καθόλου δε μπόι, παιδί τραύμα, τέτοιες ιστορίες;”

“Ναι, αμέ. Παιδί τραύμα είχα δει και λάιβ στην Αθήνα το καλοκαίρι. Ε, είναι η συνέχεια αυτών που ακούγαμε, όχι;” Θαυμάσια παρατήρηση.

“Πεντανόστιμοι κι οι δύο.”

“Πεντανόστιμοι λέει.” γέλασε. “Ναι, μ’ αρέσουν και μένα.”

“Όχι, δεν κατάλαβες.” Μικρές ψυχάλες άρχισαν να χτυπάνε το παρμπρίζ. Η αναρώτηση εάν αξίζει να ανοίξω ή όχι τους υαλοκαθαριστήρες, σε συνδυασμό με τον οφθαλμίατρο από απέναντι, με αποσυντόνισαν στιγμιαία.

“Φοίβο ακόμα;”

“Τι;”

“Και Φοίβο ακούς;”

“Α, ναι.” Είχε επιστρέψει στις ψυχρές, διεκπεραιωτικές απαντήσεις. Μπορεί και να το φαντάστηκα ότι άλλαξε ποτέ στυλάκι. Έτσι μαλακισμένη ήταν πάντα. Πάμε.

“Γιατί η νύχτα αυτή με αρνήσεις άλλης τάξεως μ έχει ζώσει… Που λες, κάτι με έχει πιάσει τον τελευταίο καιρό.”

Σαν να ένιωσα τη θερμοκρασία να πέφτει στα δεξιά μου. Σαν να την άκουσα να σκέφτεται “γιατί το γυρνάει στο προσωπικό ο μαλάκας τώρα” ή, μάλλον, “γιατί δε πήρα ένα γαμωκτελ”.

Γύρισα να την κοιτάξω πριν συνεχίσω. Είχε ακόμα τα μαύρα σπαστά μαλλιά που είχε πάντα. Το στρογγυλό, αλλά γεωμετρικό πρόσωπο. Πλούσια μάγουλα, παρά τις γωνίες. Φορούσε μία μίντι πλισέ ροζ φούστα κι ένα γκρι ταγεροειδές. Σαν καρνάβαλος δηλαδή, όπως ανέκαθεν, που δε μπορούσε να αποφασίσει αν είναι είκοσι χρονών ή πενήντα. Όσο τη κοιτούσα, εκείνη είχε καρφωμένο το βλέμμα της στο δρόμο, λες κι οδηγούσε αυτή. Αισθητή και κατακόρυφη η πτώση της θερμοκρασίας. Γύρισα προς τον δρόμο, προκαλώντας μία ανεπαίσθητη μείωση της έντασης.

“Τους γνώρισα όλους τους τελευταίους μήνες.” Η απορία δεν έσβηνε απ’ τη φωνή της.

“Τι εννοείς;”

“Έβαλα σκοπό να πάω στις συναυλίες τους και να τους γνωρίσω.” Έδωσα έναν πιο παιχνιδιάρικο τόνο στη φωνή μου για να τη βοηθήσω να εμπλακεί στη συζήτηση. Φαίνεται να δούλεψε.

“Έλα. Για πες κάνα κουτσομπολιό.” Διέκρινα μία μικρή ειρωνεία ή δυσπιστία στη χροιά της. Μου προκάλεσε μία μικρή ηδονή.

“Ε εντάξει, τίποτα σπουδαίο. Πήγα σε πολλές συναυλίες απ’ όταν γύρισα Ελλάδα.” Έκανα μία μικρή παύση. “Εμείς δεν είχαμε πάει ποτέ μαζί σε καμία, ε;” Άργησε να απαντήσει.

“Τι να σου πω μωρέ, που να θυμάμαι.”

“Ναι, δε νομίζω. Θυμάμαι εγώ. Τέλος πάντων, ωραία ήταν, είχα χρόνια. Ε μετά έμπαινα στα παρασκήνια, τους γνώριζα, και τους έτρωγα.”

Πλέον, δεν άκουγα ούτε την αναπνοή της. Όχι επειδή είχε τρομάξει. Απλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί χρησιμοποιούσα αυτές τις λέξεις, για τι πράγμα της μιλούσα.

“Τι, τι ενν… Δεν καταλαβαίνω.” Το ένιωθα ότι χρησιμοποιούσε σχεδόν όλη της την ενέργεια προσπαθώντας όντως να καταλάβει. Ήταν πολύ γλυκό. Μπήκε το επόμενο κομμάτι.

“Κοίτα την Αθήνα… σ’ αρέσει που έχει γίνει μια τεράστια παραλία; Μάλλον για ακαδημαϊκός το πάω κι εγώ, που λες. Αλλά έχω ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα τελευταία. Δεν μπορώ να ακούσω μουσική. Κι όχι μόνο μουσική. Δε μπορώ να δω ταινίες, δε μπορώ να διαβάσω βιβλία. Όχι επειδή χάζεψα ή κάτι. Απλά κάθε φορά που ακούω ένα κομμάτι που μου αρέσει, δε μπορώ παρά ν’ αρχίσω να το τραγουδάω. Και δε σταματάει εκεί· με σκέφτομαι σε μία σκηνή, ιδρωμένο, να το λέω σε ένα απρόσωπο κοινό -στ’ αρχίδια μου το κοινό, μεταξύ μας- σε κάποιο σκατοφωτισμένο μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας. Εσύ δε το παθαίνεις καθόλου αυτό; Με τις ταινίες ή με τα βιβλία, ξέρω ´γω;”

“Τι να παθαίνω; Να αρχίσω να τραγουδάω;” Είχε αποσυντονιστεί πλήρως.

“Όχι ρε παιδί μου. Να λες πωω, κοίτα να δεις, γιατί δεν το έγραψα εγώ αυτό; Γιατί δεν το σκέφτηκα εγώ; Τι σκατά κάνω, αν όχι αυτό;”

Ο γαμημένος ο οφθαλμίατρος από απέναντι, πάνω που απέκτησα έναν ειρμό, με αποσυντόνισε πάλι.

“Ανταλλάζουμε ρύζι με μπλουζάκια Ρόκγουέιβ 1998… Παίζεις ακόμα βιολί;”

“Με ρώτησες πριν, σου είπα όχι.”

“Καλά κι εγώ μη φανταστείς. Γρατζουνάω σπίτι.”

“Πού είμαστε;”

“Τι εννοείς;”

¨Εννοώ πόση ώρα έχουμε για Θεσσαλονίκη.”

“Εσύ δεν έχεις το κινητό μου; Δες το μαπς, έχω βάλει τζι πι ες.”

Ακολούθησε μία τελευταία παύση.

“Όλο αυτό, λοιπόν, είχε αρχίσει να μ’ ενοχλεί. Οπότε πήγα στις συναυλίες τους και τους έφαγα.”

“Ρε μαλάκα, αλήθεια, δεν καταλαβαίνω τι λες.” Εκνευρισμός. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν.

“Τι δε καταλαβαίνεις, μωρέ μαλάκα κι εσύ; Πήγαινα και τους έτρωγα. Τους ΕΤΡΩΓΑ, πώς το λένε; Τους έγδερνα το πρόσωπο κι έτρωγα ό,τι κρέας έβγαζα, όσο είχε. Και μετά τους έτρωγα και τα χέρια. Όχι θα τους τ’ άφηνα. Γαμημένοι. Όχι ολόκληρα τα χέρια προφανώς, τα δάχτυλα ήταν αρκετά. Ήθελα να φάω και άλλους, από άλλες συνομοταξίες, αλλά πώς να τους βρεις. Το καλό με τους μουσικούς είναι ότι κάνουν συναυλίες.”

“Δεν καταλαβαίνω τι κάνεις τώρα. Προσπαθείς να το παίξεις κάτι αυτή τη στιγμή; Δε μπορείς απλά να βγάλεις το σκασμό μέχρι να φτάσουμε;” Δεν μου είχε ξαναμιλήσει έτσι ποτέ.

“Δεν μου έχεις ξαναμιλήσει έτσι ποτέ.”

“Και πού το θυμάσαι, μωρέ;”

“Μία φορά σου είχα πει ‘σκασμός!’ για πλάκα και παραλίγο να με χωρίσεις.”

“Ρε, μα τω Θεώ, τι έχεις πάθει; Γιατί είσαι τόσο περίεργος τώρα;”

“Ούτε εσύ θες να γίνεις ακαδημαϊκός, ούτε εγώ. Κανείς απ’ τους δυο μας δεν…”

“Θέλω να γίνω ό,τι γουστάρω εγώ, δεν περίμενα εσένα να μου πεις.”

“…θέλει να ‘μελετήσει’ το κόσμο, να τον ‘κατανοήσει’, να τον ‘βελτιώσει’…” έκανα μία κίνηση υπονοώντας ότι μου έρχεται εμετός με τα λεγόμενά μου. Όχι μόνο με το περιεχόμενο, αλλά και με τη διατύπωση. Κριντζ. “Να ζήσουμε θέλουμε γαμώ τη πουτάνα μου. Και να γίνουμε ένα μαζί του. Με το κόσμο.” Γύρισα και τη κοίταξα. “Με τα πέιπερ θα το καταφέρεις αυτό;”

“Λοιπόν,” οι κινήσεις της έγιναν φοβερά γρήγορες και σπασμωδικές. “για να τελειώνουμε με τις μαλακίες.” Άνοιξε το κινητό της. “Φ-ο-ί-β-ο-ς Δ-ε-λ-η-” Σταμάτησε να πληκτρολογεί. Έμεινε ακίνητη.

Οι ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν πιο πυκνές στο παρμπρίζ. Δεν θα το έλεγες και βροχή, αλλά το πράγμα πήγαινε σαφώς προς τα ‘κει. Αποφάσισα να ανοίξω τους υαλοκαθαριστήρες - στη πιο χαμηλή ταχύτητα, προφανώς. Δε ξέρω κι εγώ πόσες δεκάδες φορές είχαν πάει μπρος και πάλι πίσω μέχρι που άρχισα να την ακούω να ανασαίνει όλο και πιο γρήγορα.

“Το ξέρω ότι παίζεις ακόμα βιολί.”

Μπρος-πίσω. Μπρος-πίσω. Ο οφθαλμίατρος από απέναντι είχε αρχίσει να με υπνωτίζει. Βαθιές ανάσες.

“Το ξέρω.”

Μπρος-πίσω. Μπρος-πίσω. Όλο και πιο γρήγορες ανάσες.

“Γιατί αν χάθηκες κι εσύ…”

Κλείδωσα τις πόρτες.

“…χάθηκα κι εγώ.”

“Βοήθεια! Βοήθεια!” Άρχισε να ουρλιάζει και να χτυπιέται στο κάθισμα. Μου πρόλαβε μία δυνατή μπουνιά στον κρόταφο. Πέρασα γρήγορα το δεξί μου χέρι κάτω από το πηγούνι της και το έκλεισα με τη παλάμη μου λίγο πάνω από το σβέρκο της. Πάλι άλουστη ήταν. Τράβηξα το χέρι μου προς τα κάτω με όλη μου τη δύναμη. Κρακ. Ησυχία.

Μπρος-πίσω. Μπρος-πίσω. Ξαναμπήκε τραγούδι που είχε παίξει πριν.

“…Και νιώθω την καρδιά μου ν αγωνίζεται να πάψει να χτυπάει”. Κι όμως, έκλαψα. Όσο δεν είχα κλάψει ποτέ μου. Αυτό ήταν. Στέγνωσα. Και να τη πάλι η πείνα.

~ ~ ~

“Σκάσε κι άκου με, ρε Κώστα. Θα πάρεις τον… Άκου! Θα πάρεις τον Τάκη τηλέφωνο να σε βοηθήσει, μη λες μαλακίες. Δε θα τα κάνεις όλα μόνος σου. Να μπει αυτός να δει τι έχεις κάνει με το μάι ντάτα να τα βάλει κάτω και θα τη βγάλετε την άκρη. Μα σου… Μα σου λέω… Ρε συ, άκου με, όμως… Τι να κάνω εγώ, ρε Κώστα, μόνος μου τα κάνω νομίζεις; Ο Τάκης μου τα κάνει κι εμένα! Πέσε τώρα να… Ρε συ, πέσε να κοιμηθείς τρεις η ώρα τα χαράματα να πούμε. Πέσε και θα τον πάρω κι εγώ όταν κλείσω, ξυπνάει νωρίς αυτός.”

Με την άκρη του ματιού του είδε ένα αμάξι να έχει σταματήσει λίγο πριν τις αντλίες. Πόση ώρα ήταν εκεί;

“Περίμενε λίγο Κώστα να δω κα… Ρε γαμώτο, σταμάτα να κλαψουρίζεις! Σου είπα, θα τα λύσουμε όλα το πρωί, δεν είναι τόσο φοβερό!”

Κάπως αντιλήφθηκε ότι το αμάξι ήταν εκεί από πολύ πριν, και πως απλά ο εγκέφαλός του το είχε αγνοήσει επί ώρα.

“Κώστα, δώσε μου ένα λεπτό γιατί παίζει κάτι περίεργο εδώ. Τίποτα, ένα αμάξι που κάθεται ώρα απ’ έξω και δεν είναι στις βενζίνες, δε ξέρω. Μισό.”

Διστακτικά, σηκώθηκε απ’ τη καρέκλα του και βγήκε έξω.

~

“Έλα, εδώ είσαι ακόμα; Τίποτα, ένας περίεργος, κάθεται, δε κάνει κάτι. Γάμησέ τον. Τι γιατί, ρε Κώστα, πήγα να ρίξω κι ένα χέσιμο, με συγχωρείς κιόλας να πούμε, λογαριασμό θα σου δώσω; Ήλπιζα λίγο και να το ‘χεις κλείσει μέχρι τώρα. Σε παρα… Ρε μαλάκα, σε παρακαλώ, ρε, πήγαινε πέσε για ύπνο. Ό,τι και να σου πω εγώ ο Τάκης θα στα πει καλύτερα το πρωί, εγώ δε ξέρω πόσο τα σκαλίζουνε αυτοί αυτά. Ωραία, άκου, άμα…”

Στην άκρη του ματιού του, άρχισε να τρεμοπαίζει ένα έντονο φως. Γύρισε, κι αμέσως πετάχτηκε όρθιος. Το τηλέφωνο έσπασε στο πάτωμα.

“Τι στο πούτσο… Χριστέ μου!”

~ ~ ~

Πάντα αγαπούσα με ένα απερίγραπτο πάθος τους ΣΕΑ της εθνικής. Είναι τα μέρη ανάμεσα στα μέρη. Τίποτα δεν είναι κοντά σε ένα ΣΕΑ, τίποτα δε συμβαίνει σε ένα ΣΕΑ. Σταματάς για να ξεπιαστείς απ’ το ταξίδι. Να πιεις, να φας κάτι. Να γεμίσεις βενζίνη και, όταν νιώσεις έτοιμος, να συνεχίσεις. Αν αξίζει κάπου να τελειώσεις το ταξίδι σου, λοιπόν, αυτό δεν είναι σε έναν κανονικό προορισμό, με κανονικά πράγματα και δουλειές να κάνεις, με κανονικούς ανθρώπους να δεις. Είναι ένας ΣΕΑ, σαν κι αυτόν. Έξω απ’ τον κόσμο.

Έξω απ’ το κόσμο, λοιπόν. Τι ειρωνεία. Πήρα το κινητό και άνοιξα πάλι σπότιφάι. Επιβάλλεται.

“Γιατί εμείς δε τραγουδάμε, αδελφέ μου, για να ξεχωρίσουμε απ’ το κόσμο” Άκου τι λέει ο καραγκιόζης. “Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε το κόσμο.” Α. Ωραία τρίπλα. Το ‘σωσε - και καλά. Το ξανάκλεισα.

Γύρισα και την κοίταξα. Δεν ήθελε άραγε κι αυτή ότι ήθελα κι εγώ; Προφανώς! Απλά δεν το είχε καταλάβει. Ναι. Αυτό είναι.

Ήρθε η ώρα. Τόσους και τόσους έφαγα “για να σμίξω με το κόσμο κι εγώ”, μαλάκα νεκρέ. Να τους κλέψω ό,τι μου έκλεψαν. Ώρα να γευτώ ξανά το γλυκό μου παρελθόν, ένα ανώριμο, εφηβικό, ανέμελο, ηλίθιο νέκταρ που τόσο ρομαντικοποιημένα αναβλύζει απ’ το κεφάλι μου. Ώρα να γευτώ το μέλλον, τους δύο δρόμους που ο ένας με τρομάζει κι ο άλλος με συναρπάζει, χωρίς να είμαι σίγουρος ποιος είναι ποιος. Χωρίς να ξέρω πια ποιανού δρόμου η γεύση θα είναι η γεύση της. Ώρα να τα πάρω πίσω. Και να τελειώνουμε. Οι αδύναμοι να αποχωρήσουν από τους δέκτες τους.

Πλέον είχα μάθει μερικά κόλπα για να κάνω αυτήν την ιστορία λίγο πιο εύκολη και λιγότερο αηδιαστική. Κυρίως τρόπους για να διευκολύνω τη μάσηση και την κατάποση. Αλλά αυτό αφορούσε κυρίως τα χέρια. Ξεκινάμε απ’ το πρόσωπο. Το γαμημένο το πρόσωπο που σε κάνει κάτι άλλο από μένα. Μαλακισμένη. Μαλακισμένοι όλοι. Άρχισα απ’ τα μάγουλα που έχουν το περισσότερο κρέας και λίπος. Κυρίως τα δόντια δουλεύουν σε αυτό, αλλά και τα νύχια βοηθάνε. Μετά, το δύσκολο είναι το υπόλοιπο πρόσωπο διότι δεν έχει τόσο λίπος ούτε πάχος. Κοινώς, το κρανίο είναι πολύ πιο κοντά στο δέρμα. Αλλά δεν είναι ότι δε γίνεται. Απλά, σε σχέση με τα μάγουλα, θέλει περισσότερη δουλειά με τα νύχια, και δεν έχει και τόσο ψαχνό. Τη μύτη προτιμώ απλά να τη σπάω με δυο τρεις δυνατές μπουνιές ώστε να ισοπεδωθεί και να μην πετάει. Τελικός στόχος είναι το πρόσωπο να γίνει μία άμορφη επιφάνεια, χωρίς χαρακτηριστικά. Τα μάτια δημιουργούν μία δυσκολία σε αυτό, αλλά πλέον τα πασαλείβω με το μπόλικο αίμα που έχω διαθέσιμο από γύρω γύρω - στις αρχές είχα προσπαθήσει να τα φάω κι αυτά, αλλά προφανώς δεν έχει κανένα νόημα.

Μετά είναι τα χέρια. Τα χέρια τα προτιμώ απ’ το πρόσωπο. Το πρόσωπο, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, είναι πολύ γενικό ως στόχος. Εμένα το πάθος μου είναι άλλο. Άλλη είναι η γεύση που μ’ αρέσει. Τα χέρια, και κυρίως τα δάχτυλα, είναι οι πηγές απ’ όπου ξεχύθηκαν όλα όσα αυτοί οι μπάσταρδοι έφτιαξαν. Πήρα τη σκουριασμένη πένσα μου απ’ το ντουλαπάκι του συνοδηγού. Τα νύχια δεν τα χρειαζόμαστε, ούτε μασιούνται εύκολα. Μετά, σηκώνεις το χέρι στο ύψος του στόματος, κι απλά ξεκοκαλίζεις ένα ένα τα δάχτυλα σαν φτερούγες κοτόπουλο. Δεν παίρνει πολύ ώρα, ούτε χρειάζεται πολύ δύναμη. Θα ορκιζόμουν ότι όσο έγλυφα τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού, ένιωσα μία γεύση σκουριασμένου, ιδρωμένου μετάλλου. Δάκρυσα ξανά. Λες; Τέλος πάντων, τώρα δεν έχει πολύ σημασία. Αυτό ήταν. Τελειώσαμε.

Όλο το αμάξι είχε γεμίσει αίματα. Μου θύμισε τη σκηνή με τον Μάρβιν στο Παλπ Φίξιον. Α, και διάφορους εμετούς που έκανα κατά τη διάρκεια - δεν το ανέφερα αυτό, αλλά προφανώς το ωμό κρέας δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα για κατανάλωση.

Έριξα λίγο πίσω το κάθισμά μου. Μόλις πήγα να βάλω πάλι το σπότιφάι να παίξει τίποτα, ένας κωλόγερος μου έκοψε το αίμα, χτυπώντας απαλά το τζάμι του συνοδηγού. Το κατέβασα διστακτικά.

“Καλησπέρα σας, μπορώ να σας βοηθήσω;”

“Τι εννοείτε;”

“Ρωτάω μήπως σταματήσατε για βενζίνη ή αν θέλετε κάτι απ’ το μαγαζί. Αν θέλετε βενζίνη, πρέπει να έρθετε λίγο πιο μπροστά απλά.”Ανακουφίστηκα.

“Α, όχι όχι, μην αγχώνεστε.” Γέλασα κάπως αμήχανα, σκουπίζοντας διακριτικά με τον αντίχειρα λίγο από το αίμα στην άκρη των χειλιών μου. “Ταξιδεύω πολλές ώρες κι ήθελα απλά να κάνω ένα διάλειμμα. Μπορεί και να τον πάρω λίγο. Ελπίζω να μη σας ενοχλώ.”

“Δεν… Όχι καλέ, τι να με ενοχλείτε. Απλά καλύτερα να σταματήσετε ίσως από πίσω,” έκανε μία κυκλική κίνηση με το χέρι του, “εκεί που παρκάρουν τα φορτηγά. Για να μην κλείνετε και το δρόμο για τις αντλίες.”

“Ναι ναι, έχετε δίκιο. Θα πάω τώρα.”

“Αν χρειαστείτε κάτι πείτε μου, μέχρι το πρωί εδώ θα ‘μαι,” είπε αρχίζοντας να οπισθοχωρεί διστακτικά.

“Έγινε, καλό βράδυ, και συγγνώμη αν σας τρόμαξα!” Έκλεισα το παράθυρο και τον αγνόησα επιδεικτικά, μη βάζοντας καν μπρος.

Έβαλα το σπότιφάι να παίζει πάλι, κάτι στη τύχη. “Δε σου ζητήσαμε τσιγάρο ή φωτιά, ούτε να έρθεις στο κρεβάτι μας με αγκάθια στα μαλλιά…” Ρε λες; Τεντώθηκα για να φέρω μπροστά από τα πίσω καθίσματα τη τσάντα της κι άρχισα να τη ψάχνω. Κι όμως, είχε ένα πακέτο τσιγάρα! Αν ένας άνθρωπος στον κόσμο δε περίμενα ότι θα άρχιζε ποτέ το κάπνισμα, θα ήταν αυτή. Κρίμα. Τέλος πάντων. Άναψα ένα τσιγάρο. Γιατί κάθε ιστορία με άντρα πρωταγωνιστή πρέπει να τον έχει να καπνίζει κι ένα μαγκιόρικο τσιγάρο. Με τη πρώτη τζούρα, έβηξα λίγο. Με τη δεύτερη πήγα να πνιγώ. Γιατί κάθε συγγραφέας που πάει να το παίξει πολλά βαρύς, απευθείας λυτρώνεται άμα δείξει ότι το αντιλαμβάνεται. Το πέταξα πάνω της.

Άφησα το κομμάτι να παίζει, έκλεισα τα μάτια, και ξάπλωσα στο κάθισμα. Αυτό ήταν, λοιπόν. Είχα δίκιο. Δεν μου αρκούσαν μόνο οι άλλοι. Όλα αυτά τα καριόλια που με την αγάπη τους με είχαν γεμίσει μίσος. Πώς; Πώς τα είχαν καταφέρει; Τι μου λείπει; Γιατί εγώ ακολουθώ τις φωτεινές επιγραφές κι αυτοί όχι; Τέλος πάντων, ναι, δεν μου αρκούσαν αυτοί. Έπρεπε να δώσω μια ευκαιρία και στο δικό μου μικρόκοσμο. Σε ό,τι πέρασε, και σ’ ό,τι θα έρθει. Ό,τι πέρασε το ήξερα. Το θυμόμουνα. Ή έστω, το θυμόμουνα όπως ήθελα. Στο τι θα έρθει… Ε εκεί, απλά ήλπιζα. Κι ακόμα ελπίζω. Κι όλες αυτές τις μαλακίες με τις έρευνες, τα συνέδρια, τις δημοσιεύσεις, δε τα πιστεύω. Δε τη πιστεύω. Ακόμα ελπίζω.

Σύντομα, ένιωσα μια ζεστασιά να με περικλείει, και τη γεύση απ’ τις χορδές να επιστρέφει στη γλώσσα μου.

Ντισκλέιμερ: Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή/και καταστάσεις, ναι μεν δεν είναι συμπτωματική, αλλά με κανέναν τρόπο δεν ξεπερνά το τόπο και το χρόνο αυτού του διηγήματος.